βηχικός

βηχικός, ή, όν,
A suffering from cough, γραίη f.l. in Hp.Epid.7.105.
2 good for a cough,

φάρμακα Gal.11.769

, al., cf. Alex.Trall.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βηχικός — βηχικός, ή, όν (Α) 1. όποιος υποφέρει από βήχα 2. κατάλληλος για ανακούφιση από τον βήχα …   Dictionary of Greek

  • βηχικός — suffering from cough masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχικά — βηχικός suffering from cough neut nom/voc/acc pl βηχικά̱ , βηχικός suffering from cough fem nom/voc/acc dual βηχικά̱ , βηχικός suffering from cough fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχικῶν — βηχικός suffering from cough fem gen pl βηχικός suffering from cough masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχικόν — βηχικός suffering from cough masc acc sg βηχικός suffering from cough neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχικαῖς — βηχικός suffering from cough fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχικαί — βηχικός suffering from cough fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχικοῖς — βηχικός suffering from cough masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχικούς — βηχικός suffering from cough masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχικῆς — βηχικός suffering from cough fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηχική — βηχικός suffering from cough fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.